Μου λείπει .
ο αέρας που σε χτυπά και με δύναμη αγγίζει τα μαλλιά σου .
Ένας αέρας χλωμός και φθηνός , καθόλου σαν εσένα .
Αυτόν ανασαίνεις τώρα όμως .
Δε σου μοιάζει αλλά σα μάσκα κλειδώνει τα όνειρά σου .
Εσύ τον άφησες . Και τώρα ντρέπεσαι για το βλέμμα σου . Τα μάτια σου γυαλίζουν στο σκοτάδι σα πολύτιμα είδωλα που βρώμησαν .
Που να κρυφτείς ; Ποιο νερό να καθαρίσει το πρόσωπό σου ;
Σαν εμένα δε θα γίνεις . Μπορείς να γίνεις όμως εσύ .
Μπορείς ;
Μπορείς να ξεπλύνεις όλα τα δάκρυα και τον πόνο του αέρα σου ;
Και ο δικός τους αέρας ; εκείνος τι φταίει ;
Συννέφιασε καιρό τώρα . συννέφιασε και κοιτάζεις τη λάσπη .
Έβρεξε και πνίγηκες . Το σκηνικό καλοστημμένο , από αυτά τα σίγουρα .
Εκεί σε βρήκαμε .
Πρώτοι εκείνοι . . κάπου εκεί θα έρθω και εγώ .
Να καθαρίσω λίγο τα παπούτσια σου , μήπως αρχίσεις να περπατάς αντί να σέρνεσαι .
Εδώ είμαι .
Ξετυλίγοντας ένα κουβάρι χάρτινων ευχών , ένα κουβάρι που προκλητικά έδεσες στα πόδια σου .
Εκεί , δεμένο στο ίδιο σου το δέρμα . δεμένο σε ότι δείχνεις . εκεί .
Γονατισμένη πίσω από την πόρτα κοιτάζεις , με μάτια μισά και χέρια σπασμένα .
Η κλειδαρότυπα στάζει αίμα , το μόνο που μας ενώνει .
Εκεί να μείνεις .
Και εγώ . . εγώ . .
εγώ . . θα κουβαλήσω έναν καθρέφτη για σένα .
Να δεις τον εαυτό σου γεμάτο λάσπη .
Να αντέξεις την αθλιότητα που προκάλεσες στο αίμα που μόλυνες .
Όταν πήρες ότι είχαν εκείνοι
και το αντάλλαξες για λίγη ντροπή .
Μέσα από την κλειδαρότυπα κανείς δε σε βλέπει .
ούτε καν εγώ .
Βλέπω ένα τίποτα .
ο αέρας που σε χτυπά και με δύναμη αγγίζει τα μαλλιά σου .
Ένας αέρας χλωμός και φθηνός , καθόλου σαν εσένα .
Αυτόν ανασαίνεις τώρα όμως .
Δε σου μοιάζει αλλά σα μάσκα κλειδώνει τα όνειρά σου .
Εσύ τον άφησες . Και τώρα ντρέπεσαι για το βλέμμα σου . Τα μάτια σου γυαλίζουν στο σκοτάδι σα πολύτιμα είδωλα που βρώμησαν .
Που να κρυφτείς ; Ποιο νερό να καθαρίσει το πρόσωπό σου ;
Σαν εμένα δε θα γίνεις . Μπορείς να γίνεις όμως εσύ .
Μπορείς ;
Μπορείς να ξεπλύνεις όλα τα δάκρυα και τον πόνο του αέρα σου ;
Και ο δικός τους αέρας ; εκείνος τι φταίει ;
Συννέφιασε καιρό τώρα . συννέφιασε και κοιτάζεις τη λάσπη .
Έβρεξε και πνίγηκες . Το σκηνικό καλοστημμένο , από αυτά τα σίγουρα .
Εκεί σε βρήκαμε .
Πρώτοι εκείνοι . . κάπου εκεί θα έρθω και εγώ .
Να καθαρίσω λίγο τα παπούτσια σου , μήπως αρχίσεις να περπατάς αντί να σέρνεσαι .
Εδώ είμαι .
Ξετυλίγοντας ένα κουβάρι χάρτινων ευχών , ένα κουβάρι που προκλητικά έδεσες στα πόδια σου .
Εκεί , δεμένο στο ίδιο σου το δέρμα . δεμένο σε ότι δείχνεις . εκεί .
Γονατισμένη πίσω από την πόρτα κοιτάζεις , με μάτια μισά και χέρια σπασμένα .
Η κλειδαρότυπα στάζει αίμα , το μόνο που μας ενώνει .
Εκεί να μείνεις .
Και εγώ . . εγώ . .
εγώ . . θα κουβαλήσω έναν καθρέφτη για σένα .
Να δεις τον εαυτό σου γεμάτο λάσπη .
Να αντέξεις την αθλιότητα που προκάλεσες στο αίμα που μόλυνες .
Όταν πήρες ότι είχαν εκείνοι
και το αντάλλαξες για λίγη ντροπή .
Μέσα από την κλειδαρότυπα κανείς δε σε βλέπει .
ούτε καν εγώ .
Βλέπω ένα τίποτα .
No comments:
Post a Comment