Άρχισε να βρέχει. Έβαλα παπούτσια και άρχισα να περπατάω γρήγορα. Για
λίγα μόλις δευτερόλεπτα πρόλαβα να περάσω την είσοδο. Ήθελα κάτι τελευταίο.
Δεν έβλεπα. ξεχνάω -ό,τι- χρειάζομαι τελευταία. Όταν έφτασα στο ταμείο δεν ήταν κανείς άλλος,
45 λεπτά παρακαλώ. Έβγαλα από την τσέπη μου ότι είχα, το καπέλο μου
έσταζε βροχή, Δε σήκωσα τα μάτια μου, ήμουν βρώμικη. Τα μαλλιά μου είχαν
ανακατευτεί στην άυπνη σαχλαμάρα του χρόνου. Η κοπέλα με κοίταζε ενώ
έψαχνα τα τελευταία κέρματα. Τί έκανες; ρώτησε. αμήχανος σιωπηλός
οργανισμός, χαμογέλασα. Ζωγράφιζα.
Ναι, φαίνεται πως γέμισες μου δείχνει και ακουμπάει το χέρι μου. Δε βγαίνει, απάντησα.
[Όταν κινείσαι ξεχνιέσαι, δεν υπολογίζεις]
Ήταν βράδυ.
Γύρισα σπίτι και άρχισα να κλαίω.
είχε γίνει στίγμα και δεν έβγαινε. είτε ήταν κύκλος, είτε ορθογώνιο είτε τρίγωνο. έγινε μουτζούρα.
Ήταν καινούρια. Δεν την είχα ξαναδεί.
No comments:
Post a Comment